Του Σπύρου Βλιάμου / Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών
Βασική εισήγηση στο 1 Διεθνές Συμπόσιο που διοργάνωσε το ΕΡΓΟ ΠΟΛΙΤΩΝ με θέμα «Κοινωνία Πολιτών, Εθελοντισμός και Οικονομία»,  στο πλαίσιο του διεθνούς διαλόγου, που εγκαινίασαν τα Ηνωμένα Έθνη κι αποσκοπούσε σε μία επιστημονική και πραγματιστική προσέγγιση της κοινωνικής κι οικονομικής υπόστασης του Τρίτου Τομέα (Third Sector) στη χώρα μας, εντός του διεθνούς γίγνεσθαι.


Α. Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνικό Κεφάλαιο

Την τελευταία δεκαετία ο όρος κοινωνική οικονομία έχει εισέλθει δυναμικά στο λεξιλόγιο και την ημερήσια διάταξη τόσο της ακαδημαϊκής, όσο και της πολιτικής κοινότητας. Ενώ στο παρελθόν γινόταν η χρήση γενικών όρων όπως τρίτος τομέας, εθελοντικές ή μη κερδοσκοπικές οργανώσεις για να περιγραφούν διάφορες δραστηριότητες με σκοπό κυρίως την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών, αυτές οι δραστηριότητες δεν αντιμετωπίζονταν ως τμήμα της οικονομίας καθώς δεν είχαν κερδοσκοπικά κίνητρα και δεν αποσκοπούσαν στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Αντίθετα σήμερα έχει συστηματοποιηθεί η χρήση του όρου «κοινωνική οικονομία», ο οποίος αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων και πρωτοβουλιών, οι οποίες αποσκοπούν στην ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών κυρίως των τοπικών κοινοτήτων.

Πολλοί λοιπόν έχουν χαρακτηρίσει την κοινωνική οικονομία ως τον «τρίτο δρόμο» μεταξύ της απόλυτης κυριαρχίας των δυνάμεων της αγοράς και του ασφυκτικού κρατισμού. Είναι μια αξιόλογη κίνηση με παράδοση, η οποία συνδυάζει αξίες όπως η αλληλεγγύη, με στοχεύσεις καθαρά οικονομικές, όπως για παράδειγμα η ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η παράδοση αυτή, με ισχυρή παρουσία στην ΕΕ και στις ΗΠΑ, είναι ανύπαρκτη στην χώρα μας και ταυτισμένη, δυστυχώς, με την αποτυχία των αγροτικών συνεταιρισμών και την έντονη κομματική/κρατική παρέμβαση σε αυτούς, κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Η κοινωνική οικονομία καλύπτει σήμερα ένα ευρύ φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων, είναι παντελώς ανεξάρτητη από τον κρατικό παρεμβατισμό και στηρίζεται, σε δράσεις όπως η εθελούσια συνεργασία επιχειρήσεων και σε θεσμούς, όπως η Τοπική Αυτοδιοίκηση

 

Αυτοδιαχείριση.

Η κατάρρευση του μεταπολεμικού αναπτυξιακού μοντέλου το οποίο θεμελιώθηκε στην πλήρη απασχόληση, την μαζική κατανάλωση και την ισχυρή παρουσία του κοινωνικού κράτους, δημιούργησε κατά την τελευταία δεκαετία ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την κοινωνική οικονομία, προκαλώντας μία αλληλεγγύη των τοπικών κοινωνιών για τα προβλήματα απασχόλησης, μία αυτοργάνωση των ασθενέστερων επαγγελματιών, μία αυτοδιαχείριση των ταμείων.

Ήδη από το 1989 η ΕΕ έχει αποδεχθεί τον όρο κοινωνική οικονομία και μάλιστα πολλές χώρες έθεσαν την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας ως πρωταρχικό στόχο της πολιτικής τους κατά την άσκηση της προεδρία τους, όπως για παράδειγμα η Σουηδία.

Η κύρια επιδίωξη των οργανισμών που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας, δεν είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους αλλά η αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών, οι οποίες δεν ικανοποιούνται επαρκώς (όπως, για παράδειγμα, η προστασία του περιβάλλοντος, η φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων σε μια κοινότητα), η ανάπτυξη των κοινωνικών ικανοτήτων και η κοινωνική ενσωμάτωση όλων των ατόμων (π.χ. μέσω της πρόσληψης ή/και εκπαίδευσης κοινωνικά ευπαθών ομάδων), καθώς και η δημιουργία νέων μορφών και θέσεων εργασίας.

Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι η επιτυχία των δραστηριοτήτων της κοινωνικής οικονομίας προκύπτει από τα οφέλη που αποκομίζει η ευρύτερη κοινότητα, για παράδειγμα η παραγωγή εισοδήματος για την κοινότητα, η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και όχι από την αποκόμιση κέρδους.

Το αυξανόμενο λοιπόν ενδιαφέρον για τις δραστηριότητες της κοινωνικής οικονομίας σε διεθνές επίπεδο, οφείλεται κυρίως στην αδυναμία ή ακόμα και την έλλειψη βούλησης, από την πλευρά του κράτους πρόνοιας να ανταποκριθεί στην αντιμετώπιση φαινομένων όπως, για παράδειγμα, ο κοινωνικός αποκλεισμός ομάδων του πληθυσμού.

Σήμερα, στις συζητήσεις για τη δημόσια πολιτική, η κοινωνική οικονομία και ο τρίτος τομέας προβάλλονται ως κατάλληλοι χώροι για την προσφορά υπηρεσιών προς τις ευάλωτες κοινωνικά ομάδες, όπως είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση ή η προσφορά στέγης και περίθαλψης τέτοιων ομάδων, καθώς και για την εξασφάλιση ενός βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος.

Οι κοινωνικές επιχειρήσεις αποτελούν στην πλειοψηφία τους ευέλικτα και καινοτόμα σχήματα, τα οποία δημιουργούνται από άτομα που μοιράζονται κοινές ανάγκες, οι οποίες δεν καλύπτονται από το επίσημο κράτος. Οι οργανισμοί της κοινωνικής οικονομίας περιλαμβάνουν συνεταιρισμούς, εταιρίες αλληλοβοήθειας, εθελοντικές, καθώς και μη κρατικές - μη κερδοσκοπικές οργανώσεις.

Έννοια συνυφασμένη με αυτήν της κοινωνικής οικονομίας είναι και η έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου. Αυτή αναφέρεται στην «ικανότητα της Κοινωνίας Πολιτών, (δηλαδή τις οργανωμένες συλλογικότητες των ενεργών πολιτών), να ενισχύει την οικονομική αποτελεσματικότητα και να δημιουργεί κοινωνική προστιθέμενη αξία μέσα από την ανάπτυξη δικτύων διαπροσωπικής και συλλογικής δέσμευσης» (Putnam, 1993).

Οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας αποτελούν πηγές κοινωνικού κεφαλαίου καθώς είναι χώροι κοινωνικής ολοκλήρωσης και κάλυψης κοινωνικών αναγκών. Επίσης, συμβάλλουν στη δημιουργία θεσμών που παρεμβάλλονται μεταξύ του πολίτη και του κράτους και οι οποίοι προωθούν αξίες όπως η υπευθυνότητα, η αίσθηση υποχρέωσης, η αλληλεγγύη και η κοινωνική ευαισθησία.

 

Β. Χαρακτηριστικά των Φορέων Κοινωνικής Οικονομίας

Η εμπειρία έχει καταδείξει πως οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας παρουσιάζουν τα παρακάτω κοινά χαρακτηριστικά:

• Επιδιώκουν την υλοποίηση οικονομικών, κοινωνικών και κοινωφελών στόχων.

• Καθορίζουν όρια αναφορικά με την ιδιοποίηση των κερδών.

• Εργάζονται προς όφελος του τοπικού πληθυσμού ή αποτελούνται από ομάδες με κοινά συμφέροντα.

• Έχουν διαχειριστική αυτονομία και προωθούν τη συμμετοχή των εργαζομένων τους, των εθελοντών και των χρηστών στη διαχείρισή τους.

Σημαντικά δε πλεονεκτήματα ενέχει το καθεστώς διαχείρισης και λήψης αποφάσεων των φορέων (οργανώσεων) κοινωνικής οικονομίας.

Αυτά είναι:

• η μεγαλύτερη ευελιξία διαχείρισης,

• η εθελοντική προσφορά,

• η δημιουργία θέσεων εργασίας μέσα από την προώθηση καινοτομικών δράσεων,

• η εμπιστοσύνη των πολιτών,

• το χαμηλό κόστος λειτουργίας,

• η διαχειριστική αυτονομία,

• η ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας,

• το ευέλικτο καθεστώς εργασιακών ρυθμίσεων

• οι χαμηλότερες τιμές υπηρεσιών και αγαθών σε σχέση με τον παραδοσιακό ιδιωτικό τομέα.

Επομένως, οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας αποτελούν μέρος της συμμετοχικής οικονομίας και προϋποθέτουν τη στενή συνεργασία, την αλληλεξάρτηση και την ενεργή συμμετοχή των πολιτών, με στόχο την επίτευξη της κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας.

Φαίνεται λοιπόν, ότι η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας αποτελεί μια νέα προσέγγιση της συμμετοχικής δημοκρατίας, η οποία παρεμβάλλεται μεταξύ των δύο άκρων του παραδοσιακού σοσιαλιστικού κρατισμού και του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού. Στο πλαίσιο συνεπώς της κοινωνικής οικονομίας ο δημόσιος τομέας επαναπροσδιορίζεται, ως προς ένα πεδίο δράσης που επιχειρούν ενεργοί πολιτών, οι οποίοι απαιτούν να ενισχύονται ώστε να λαμβάνουν μέρος σε συμμετοχικές διαδικασίες και να προασπίζουν τα συμφέροντα και τις ανάγκες τους, μέσα από την δημιουργία συμμαχιών με άλλες κοινωνικές ομάδες με παρόμοιες απόψεις.

 

Γ. Κοινωνική Οικονομία, Κοινωνική Ευθύνη και Κοινωνία των Πολιτών

Επομένως η κοινωνική οικονομία μπορεί να χαρακτηριστεί ως οικονομία της αλληλεγγύης, καθώς οι δραστηριότητές της καλύπτουν κοινωνικές ανάγκες τις οποίες το επίσημο κράτος αδυνατεί να καλύψει. Αυτή η έκφανση της κοινωνικής οικονομίας, συνδέεται στενά με την έννοια της κοινωνικής ευθύνης τόσο στο επίπεδο του ατόμου, όσο και στο επίπεδο της επιχείρησης.

Η κοινωνική ευθύνη εκλαμβάνεται ως η ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών προς όφελος μιας ευρύτερης κοινωνικής ομάδας και είναι ιδιαίτερα σημαντική στο σημερινό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Θα πρέπει όμως να τονισθεί ότι οι πρωτοβουλίες και οι δράσεις που συνδέονται με την κοινωνική ευθύνη θα πρέπει να αποτελούν μια απόπειρα να δημιουργηθεί μια υγιής και δυναμική σχέση μεταξύ της ανταγωνιστικής και κερδοφόρας επιχειρηματικότητας και της κοινωνικής συνεισφοράς και όχι να αποτελούν υποκατάστατο της δημόσιας πολιτικής.

Όμως θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η έννοια της κοινωνικής ευθύνης δεν συνδέεται μόνο με την κοινωνική επιχείρηση, αλλά και με αυτή που δραστηριοποιείται στην ελεύθερη αγορά. Η σύγχρονη επιχείρηση για να παραμείνει ανταγωνιστική δε μπορεί να αγνοεί το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται, όπου πιθανότατα να συμβαίνουν ένα από τα επόμενα ή και όλα μαζί:

• η δημοσιονομική πίεση υποβαθμίζει τον κοινωνικό ρόλο του κράτους,

• οι εξελίξεις στην τεχνολογία δημιουργούν την ανάγκη για νέα δεξιότητες δημιουργώντας παράλληλα μια νέα γενιά ανέργων,

• το περιβάλλον συχνά απειλείται από τις δραστηριότητες των ίδιων των επιχειρήσεων.

Η σημερινή επιχείρηση λοιπόν, οφείλει να καινοτομεί, να επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό της, στην ανάπτυξη της έρευνας και τεχνολογίας, στην προστασία του περιβάλλοντος και τη χρήση εναλλακτικών μορφών ενέργειας.

Στη σημερινή κοινωνία όπου οι επιχειρήσεις κρίνονται αυστηρά από την αγορά, τους πελάτες και τους καταναλωτές τους, η ανάπτυξη της αποκαλούμενης Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης αποτελεί συμφέρον για την ίδια την επιχείρηση, τόσο ως προς τη φήμη και την εικόνα της, όσο και ως προς την παραγωγικότητα της.

Για παράδειγμα, μια κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση επενδύει στο ανθρώπινο δυναμικό της και έτσι μέσω της δημιουργίας ενός επαρκώς καταρτισμένου και ικανοποιημένου – άρα και παραγωγικότερου – ανθρώπινου δυναμικού, ενισχύει τις οικονομικές επιδόσεις της. Επίσης οι επιχειρήσεις που προωθούν την εταιρική κοινωνική ευθύνη μπορούν να διαχειριστούν αιφνίδια κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα ή κρίσεις ικανοποιητικότερα, μιας και αφενός λαμβάνουν μέριμνα και παρακολουθούν αυτά τα ζητήματα, και αφετέρου σε περιπτώσεις κρίσης ενδέχεται να βρουν σύμμαχο την ίδια την κοινωνία.

Συνεπώς, το να καταστεί μια επιχείρηση κοινωνικά υπεύθυνη αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις σημερινές οικονομικές συνθήκες. H νέα κοινωνικά ευαίσθητη επιχειρηματικότητα δεν αποτελεί φιλανθρωπία ή κάποια παραχώρηση από τη πλευρά των επιχειρήσεων, αλλά μια νέα θεώρηση με επίκεντρο το ανθρώπινο δυναμικό, ως κυρίαρχη παραγωγική εισροή.

Στο πλαίσιο αυτό η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των εργαζομένων αλλά και η προσωπικότητά τους και η οικογενειακή τους ευημερία αποκτούν αξία στον επιχειρηματικό σχεδιασμό.

Η σύγχρονη Κοινωνία Πολιτών, υπαγορεύει πλέον ότι – πέρα από τις κρατικές και εταιρικές παρεμβάσεις – η κοινωνική ευθύνη περνάει στα χέρια των ίδιων των πολιτών. Προϋποθέτουν δηλαδή, την ύπαρξη πολιτών οι οποίοι παρεμβαίνουν ενεργά στο κοινωνικό γίγνεσθαι και κατά συνέπεια στην πρόοδο και ευημερία της κοινωνίας τους. Έργο το οποίο τις περισσότερες φορές προσφέρεται από αυτούς πολίτες.

Έτσι, τα μέλη μιας Κοινωνίας Πολιτών, δεν περιμένουν μόνο από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία να δώσει λύση στα προβλήματα της κοινωνίας τους, αλλά με την ενεργό τους δράση λαμβάνουν τελεσφόρα μέτρα για το σκοπό αυτό. Συνεπώς, για την προώθηση των κοινωνικών ζητημάτων και την ενίσχυση της κοινωνικής οικονομίας, προαπαιτούμενο είναι η συμμετοχή και η συνεργασία τόσο του κράτους, όσο και των επιχειρήσεων και των ίδιων των πολιτών.

 

Δ. Η Διεθνής Εμπειρία

Υπολογίζεται ότι η κοινωνική οικονομία αντιπροσωπεύει το 8% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, απασχολώντας 9 εκατομμύρια εργαζομένους και αντιπροσωπεύοντας το 7.9% της συνολικής απασχόλησης. Η συμμετοχή αυτών των οργανισμών στη συνολική απασχόληση ποικίλει ανά ευρωπαϊκό κράτος.

Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία του CIRIEC, στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, οι κοινωνικές επιχειρήσεις καλύπτουν ένα πολύ μικρό ποσοστό της συνολικής απασχόλησης του επιπέδου του 1 με 2,5 %, ενώ αντιθέτως σε χώρες, όπως η Δανία και η Γαλλία, το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 12,5% έως 14,3% (KEKANAM, 2004).

Η σημασία της κοινωνικής οικονομίας αναδεικνύεται σε διεθνές επίπεδο μέσα από τα κείμενα των ευρωπαϊκών και παγκοσμίων οργανισμών.

Για παράδειγμα, ήδη από το 1994, στο 10ο κεφάλαιο της Λευκής Βίβλου για την «Ανάπτυξη, την Ανταγωνιστικότητα και την Απασχόληση» προκύπτει η αναγκαιότητα της διερεύνησης του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η κοινωνική οικονομία στην προώθηση της βελτίωσης της ποιότητας της ζωής των πολιτών, (ΕΕ, 1994).

Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση, στο πλαίσιο του πυλώνα για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, τονίζει την αναγκαιότητα του να αναλάβουν τα κράτη – μέλη συγκεκριμένες δράσεις για την προώθηση της Απασχόλησης στην Κοινωνική Οικονομία σε τοπικό επίπεδο.

Επίσης η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ετήσια έκθεση προόδου για τη μεγέθυνση και την απασχόληση, καλεί τις επιχειρήσεις «να ανεβάσουν ταχύτητα» και να δραστηριοποιηθούν περισσότερο στην ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας.

Παρ' όλο που οι εθνικές προσεγγίσεις και το μέγεθος της κοινωνικής οικονομίας διαφέρουν σε κάθε κράτος – μέλος, η ανάδυση της «κοινωνικής οικονομίας» προκύπτει ως αναγκαιότητα, αλλά και ως επιθυμία και επιδίωξη των κρατών, για την επίτευξη της ευημερίας, την καταπολέμηση της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Σήμερα σε διεθνές επίπεδο ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας έχει αναβαθμιστεί, καθώς αναγνωρίζεται η δυνατότητα του τομέα αυτού να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη. Για παράδειγμα, σε τοπικές κοινωνίες που μαστίζονται από υψηλά ποσοστά ανεργίας, χαμηλό εισόδημα και μικρή εισροή κεφαλαίων, οι κοινωνικές επιχειρήσεις προβάλλονται ως εναλλακτικές λύσεις παραγωγής πλούτου, προσφοράς εργασίας και κοινωνικών υπηρεσιών, (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 2005, σ. 17).

 

Ε. Ελληνική Έρευνα

Το 2005 διενεργήθηκε έρευνα για τους φορείς κοινωνικής οικονομίας από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στα πλαίσια της οποίας διανεμήθηκε ειδικά διαμορφωμένο ερωτηματολόγιο, το οποίο απεστάλη προς τους νόμιμους εκπροσώπους των φορέων αυτών.

Η έρευνα ήταν πανελλαδικής εμβέλειας και αφορούσε δείγμα 89 φορέων της κοινωνικής οικονομίας. Η κατανομή των φορέων αυτών κατά λειτουργική μορφή είχε ως εξής: 20 Σωματεία, 15 ΜΚΟ, 18 Εθελοντικές Οργανώσεις, 13 Ιδρύματα, 8 Ταμεία Αλληλοβοήθειας – Συνεταιρισμοί, 15 Κοινωνικές Επιχειρήσεις.

Πέρα από την ανωτέρω διάκριση των φορέων, αυτοί ταξινομήθηκαν και κατά κατηγορία δραστηριοποίησης σε Υπηρεσίες, ως εξής: Υγείας, Κοινωνικής Φροντίδας, Προστασίας Περιβάλλοντος, Πολιτισμού, Ενίσχυση Επιχειρηματικής Δραστηριότητας, Εκπαίδευσης και Άθλησης.

Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας σε συνδυασμό με τη διεθνή εμπειρία έδωσαν την δυνατότητα στους ερευνητές αφ' ενός να διαπιστώσουν ότι οι φορείς κοινωνικής οικονομίας μπορεί να είναι φορείς δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας με σημαντικό αριθμό άμεσα και έμμεσα ωφελουμένων και αφ' ετέρου να διαμορφώσουν προτάσεις παρέμβασης με σκοπό την ενίσχυση και περαιτέρω ανάπτυξη του τομέα κοινωνικής οικονομίας στη χώρα.

Ως προς τις θέσεις εργασίας και τους ωφελούμενους, η έρευνα έδειξε ότι οι φορείς του δείγματος δημιούργησαν 3.609 θέσεις πλήρους και μερικής απασχόλησης και 5.491 θέσεις εθελοντικής εργασίας, οι οποίες ανάγονται σε 9.100 ισοδύναμα πλήρους και μερικής απασχόλησης. Ωφελήθηκαν δε άμεσα ή έμμεσα 14.185 άτομα.

Ως προς τη διαμόρφωση προτάσεων παρέμβασης, αυτές εστιάζονται κατά προτεραιότητα στα εξής σημεία:

• στην διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας στη Δημόσια Διοίκηση και στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας,

• στην φορολογική ελάφρυνση αυτών,

• στην ασφαλιστική τους κάλυψη κατά την άσκηση του εθελοντικού τους έργου,

• στην σύσταση Ειδικού Οργάνου για τους φορείς κοινωνικής οικονομίας, με απαρχή την εμπειρία του ΕΡΓΟΥ ΠΟΛΙΤΩΝ.

• στην θεσμική κατοχύρωση της Κοινωνίας Πολιτών, των Οργανώσεων και των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας.

Συμπερασματικά από τις θέσεις και απόψεις των φορέων κοινωνικής οικονομίας διαφαίνεται η επέκταση του ρόλου και των δραστηριοτήτων τους στη χώρα.

Η έντονη κινητικότητα που παρατηρείται σήμερα σχετικά με την αδυναμία κάλυψης των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών από την πλευρά του κράτους, η επιζητούμενη ευελιξία της αγοράς εργασίας, τα μεταρρυθμιστικά εγχειρήματα στους τομείς της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής φροντίδας με έμφαση στην εισαγωγή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων και σε συνδυασμό με τις αρνητικές οικονομικές συγκυρίες, κάνουν όλο και περισσότερο αναγκαία τη συνεργασία μεταξύ κράτους και μη κερδοσκοπικών οργανώσεων.

Επίλογος

Άρα, οι έννοιες κοινωνική οικονομία και κοινωνική ευθύνη συνδέονται σήμερα και συνθέτουν μορφές οικονομικής οργάνωσης με επίκεντρο τον άνθρωπο και το περιβάλλον στο οποίο ζει και εργάζεται. Αποτελούν έννοιες οι οποίες αναγνωρίζουν ότι η κοινωνική συνοχή και ευημερία επιτυγχάνονται και διασφαλίζονται όταν αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες τόσο από το κράτος, όσο και από τις επιχειρήσεις αλλά και τους ιδιώτες για την τοπική ανάπτυξη, την ενσωμάτωση όλων των κοινωνικών ομάδων στην αγορά εργασίας και την καταπολέμηση του αποκλεισμού.

Η κοινωνική ευθύνη που αναλαμβάνουν οι επιχειρήσεις δε θα πρέπει να υποκαθιστά, αλλά να συμπληρώνει τη δημόσια πολιτική, ενώ το κράτος θα πρέπει να συντονίζει αι να υποστηρίζει την ανάληψη κοινωνικών δράσεων από τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι ίδιοι οι πολίτες θα πρέπει να ενισχύονται και να ενθαρρύνονται στο να αναλαμβάνουν δράσεις για την προάσπιση των συμφερόντων της τοπικής κοινωνίας τους. Μόνο μέσω της στενής συνεργασίας και αλληλοβοήθειας μεταξύ κράτους, επιχειρήσεων και ιδιωτών θα μπορέσει να αναπτυχθεί στη χώρα μας η κοινωνική οικονομία με τρόπο ουσιαστικό και συναινετικό, που να αναγνωρίζει ότι η εξασφάλιση της κοινωνικής ευημερίας είναι υποχρέωση όλων μας.

Σ. Βλιάμος

Ρήτρα

Η παρούσα εισήγηση προστατεύεται από τις διατάξεις του Ν. 2121/1993, «Περί πνευματικής Ιδιοκτησίας» και κυρίως του άρθρου 19 αυτού, περί υποχρέωσης αναφοράς του ονόματος του δημιουργού, σε οποιαδήποτε χρήση ή παράθεση αποσπασμάτων ή του συνόλου του εν λόγω κειμένου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

• Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 1994, Ευρωπαϊκή Κοινωνική πολιτική - Η πορεία προς το μέλλον για την Ένωση - Λευκό Βιβλίο, COM(94) 333, Ιούλιος 1994.

• KEKANAM A.E., 2004, Παρόν και Μέλλον της Κοινωνικής Οικονομίας – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου – Βόλος 11-12 Νοεμβρίου 2004.

• Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας – Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, 2005, Τομείς Ανάπτυξης της Κοινωνικής Οικονομίας και Επιπτώσεις στην Απασχόληση – Τελική Έκθεση, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

• Putnam, R., 1993, Making Democracy Work, Princeton University Press: Princeton, NJ.