Το ντιμπέιτ των επιστημόνων για τα βιοκαύσιμα ξεκίνησε πριν από περίπου πέντε χρόνια αλλά καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ακόμα καταφέρει να αναδειχτεί νικήτρια.  Τι είναι, τελικά, η χρήση βιοκαυσίμων;  Επιχειρηματική ευκαιρία, περιβαλλοντική υποχρέωση ή, απλώς, ένα ανούσιο πείραμα, που θα αποδειχτεί ότι δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα συμβατικά καύσιμα;

Οι απόψεις διίστανται, οι διαξιφισμοί συνεχίζονται και οι πιο μετριοπαθείς αναφέρουν ότι το δίλημμα θα λυθεί μόνο με την πάροδο του χρόνου.

 

«Στην Ελλάδα υπάρχει σημαντικό δυναμικό καλλιεργειών που μπορούν να διατεθούν για την παραγωγή βιοκαυσίμων», λέει ο Γεράσιμος Μαρτζόπουλος, καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και διευθυντής του Εργαστηρίου Εναλλακτικών Ενεργειακών Πόρων.  Οι αγρότες μπορούν να δουν τα βιοκαύσιμα ως επιχειρηματική ευκαιρία και να κινηθούν προς τη δημιουργία επιχειρήσεων για την εξαγωγή πρώτων υλών από τις εγχώριες ενεργειακές καλλιέργειες.  Τα βιοκαύσιμα παράγονται από αγροτικά προϊόντα, όπως το ηλιέλαιο και το βαμβακέλαιο. Και το καπνέλαιο και το ντοματέλαιο αποτελούν πολλά υποσχόμενες εναλλακτικές πρώτες ύλες.

Οι ενεργειακές καλλιέργειες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή βιοκαυσίμων είναι η νέα τάση στην ελληνική γεωργία.  Παραδοσιακές καλλιέργειες μπορούν να μετατραπούν σε ενεργειακές, καθώς παρουσιάζουν υψηλότερες αποδόσεις ανά εδαφική μονάδα από τις συμβατικές και ελαχιστοποιούν τις αρνητικές περιβαλλοντικές επιδράσεις.

Οι παραγωγές αυτές μπορεί να είναι ετήσιες ή πολυετείς, ανάλογα με τις προτιμήσεις και την περιοχή στην οποία βρίσκεται ο κάθε καλλιεργητής.  Σύμφωνα με έρευνα του ΑΠΘ, ανάμεσα στις ετήσιες συγκαταλέγονται το σακχαρούσο ή γλυκό σόργο, το ινώδες σόργο, το κενάφ, η ελαιοκάμβη και η βρασσική η αιθιόπια, ενώ στις πολυετείς η αγριαγκινάρα, το καλάμι και ο μίσχανθος.

Ο γλυκός σόργος αναμένεται να παίξει σημαντικό ρόλο για την παρασκευή βιοαιθανόλης, γιατί έχει υψηλότερη στρεμματική απόδοση από το ζαχαρότευτλο.  Δοκιμαστικές καλλιέργειες έχουν δείξει ότι ευδοκιμεί στην Ελλάδα.  Οι συγγραφείς της έρευνας τονίζουν ταυτόχρονα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί και ορισμένες δασικές καλλιέργειες, όπως αυτή των ευκαλύπτων και της ψευδακακίας.

Η αγριαγκινάρα εκμεταλλεύεται άριστα τους εδαφικούς πόρους, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη άλλων ζιζανίων και αναπτύσσεται ταχύτατα μέσα σε λίγες μόνο ημέρες.  Σε αντίθεση με άλλες καλλιέργειες, η παραγωγή της έχει πολύ μικρό κόστος.  Από τη βιομάζα της μπορεί να παραχθεί μια ευρύτατη γκάμα ενεργειακών προϊόντων με καύση, πυρόλυση, υγροποίηση ή αεριοποίησή της.  Με αυτό τον τρόπο μπορούν να δημιουργηθούν όλων των ειδών τα βιοκαύσιμα, από στερεά και υγρά μέχρι αέρια.  Το προϊόν που παράγει η αγριαγκινάρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς αντικατάσταση του πετρελαίου θέρμανσης οικιακής ή ακόμα και βιομηχανικής χρήσης.  Με τη «βοήθεια» της αγριαγκινάρας μπορεί να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια έως και 10 MGW ισχύος, εφόσον, φυσικά, υπάρχουν οι διαθέσιμες εγκαταστάσεις.  Η τιμή ζήτησης του προϊόντος αυτού από χώρες του εξωτερικού κυμαίνεται στα 150-200 ευρώ ανά τόνο.  Αυτό σημαίνει ότι η αντικατάσταση των χωραφιών που σήμερα καλλιεργούνται με σιτάρι από αγριαγκινάρα θα αποδώσει στον αγρότη ένα πρόσθετο κέρδος της τάξης των 50-100 ευρώ ανά στρέμμα.

Το πυρηνόξυλο είναι ένα παραπροϊόν που χρησιμοποιείται σήμερα κυρίως στο νησί της Κρήτης.  Κοστίζει μόνον το ένα τρίτο της αξίας του «μαύρου χρυσού» και, ήδη, προτιμάται για τη θέρμανση κατοικιών και επαγγελματικών χώρων. Η ετήσια παραγωγή του κυμαίνεται γύρω στους 100.000 τόνους.

Τα πυρηνελαιουργεία αγοράζουν τους 200.000 τόνους ελαιοπυρήνα προς 15 ευρώ τον τόνο.  Αυτά μετατρέπονται σε 8.500 τόνους ακατέργαστο πυρηνέλαιο, συνολικής αξίας 5,5 εκατομμυρίων ευρώ, και 100.000 τόνους πυρηνόξυλο, που επιφέρει κέρδη 5 εκατ. ευρώ!  Στις βασικές εφαρμογές του πυρηνόξυλου στην Kρήτη συγκαταλέγονται η παραγωγή ενέργειας για αγροτικές βιομηχανίες, όπως πυρηνελαιουργεία, ελαιουργεία ή ραφιναρία λαδιών, και για βιοτεχνίες.  Παράλληλα, χρησιμοποιείται ήδη και για θέρμανση κατοικιών, ξενοδοχείων, θερμοκηπίων αλλά και για παραγωγή πρώτης ύλης σε ζωοτροφές.
Ο αντίλογος

Μπορεί η χρήση και η παραγωγή των βιοκαυσίμων να είναι αρκετά απλή, η ανεύρεσή τους όμως είναι μάλλον προβληματική.  Αντίθετα, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως η ηλιακή ή η αιολική, είναι πολύ πιο εύχρηστες.  Δεν είναι λίγοι αυτοί, μάλιστα, που αμφισβητούν ότι υπάρχουν αρκετές φάρμες και καλλιέργειες, για να μπορέσει η ανθρωπότητα να αντικαταστήσει με βιοκαύσιμα τις συμβατικές μορφές καυσίμων.

Πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης έδειξε ότι η καλλιέργεια ορισμένων βιοκαυσίμων μπορεί να απελευθερώνει στην ατμόσφαιρα έως και τέσσερις φορές μεγαλύτερη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα, από ό,τι το πετρέλαιο.  Εδώ και αρκετά χρόνια, οικολόγοι και ακτιβιστές διαμαρτύρονται ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων εντείνει τα προβλήματα υποσιτισμού που υπάρχουν σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας.  Αναφέρουν ότι τεράστιες εκτάσεις, που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα από τους ντόπιους για να καλλιεργηθεί σιτάρι ή ρύζι, φυτεύονται πλέον με βιοκαύσιμα.

Τώρα, όμως, ερευνητές αναφέρουν ότι αυτό δεν είναι το μοναδικό μελανό σημείο.  Μελετώντας τις έμμεσες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, παρατήρησαν ότι η καλλιέργειά τους αλλά και οι εδαφολογικές αλλαγές που πραγματοποιούνται για να υπάρχει χώρος για να φυτευτούν, προκαλούν σημαντική βλάβη στο οικοσύστημα.  Σημειώνουν χαρακτηριστικά ότι τα φασόλια σόγιας, ένα από τα δημοφιλέστερα βιοκαύσιμα στις ΗΠΑ, έχουν οικολογικό αποτύπωμα 340 κιλών διοξειδίου του άνθρακα ανά γκιγκατζάουλ, ενώ η βενζίνη ή η ντίζελ έχουν μόνο 85 κιλά ανά γκιγκατζάουλ.

Στη χώρα μας υπολογίζεται ότι η κατανάλωση βιοκαυσίμων μέχρι το τέλος του 2010 θα ανέρχεται σε περίπου 160.000 τόνους βιοντίζελ και 400.000 τόνους βιοαιθανόλη.
ΗΠΑ: Η παραγωγή βιοαιθανόλης αγγίζει τους 9.000.000 τόνους και αυξάνεται κατά 30% κάθε χρόνο, ενώ η παραγωγή βιοντίζελ ξεπερνάει το 1.000.000 τόνους.
Βραζιλία: Διατηρεί παγκοσμίως την πρώτη θέση στην παραγωγή βιοαιθανόλης, η οποία ξεπερνάει κατά πολύ τους 10.000.000 τόνους ετησίως
Γερμανία: Παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός βιοντίζελ στον κόσμο, με 1.700.000 τόνους κάθε χρόνο, και αυξάνει την παραγωγή του σταθερά κατά 40% περίπου κάθε χρόνο, ενώ αναπτύσσονται και μεγάλα εργοστάσια παραγωγής βιοαιθανόλης δυναμικότητας έως και 250.000 τόνους το χρόνο.
Στην Ουγγαρία κατασκευάζεται το μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής βιοαιθανόλης στον κόσμο, δυναμικότητας 400.000 τόνων.