..Του Armand Mattelart
Η κατάρρευση των μεγάλων πολιτικών ουτοπιών οδηγεί ένα ορισμένο αριθμό στοχαστών να προτείνουν την επικοινωνία ως ένας είδος ουτοπικού υποκατάστατου, ικανού να δημιουργήσει ανάμεσα στους ανθρώπους τη σχέση εκείνη που στηρίζει τις κοινότητες και επιτρέπει την κοινωνική συνοχή.

Πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν στα πολυμέσα και στα διαδραστικά δίκτυα τύπου Ίντερνετ τις βάσεις μιας κυβερνοκοινωνίας που θα είναι πιο συντροφική, πιο συγκροτημένη, πιο αλληλέγγυα και πιο δημοκρατική. Μια τέτοια στάση δεν είναι καινούργια. Την ξανασυναντάμε κάθε φορά που οι επικοινωνίες γνώρισαν σημαντικά τεχνολογικά άλματα.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα, η επικοινωνία προβλήθηκε ως εγγυήτρια δύναμη μιας ανανεωμένης δημοκρατίας και ταυτόχρονα φάρμακο κατά της οικονομικής κρίσης.

Συγκεκριμένα με την ευκαιρία της εγκατάστασης του οπτικού τηλεγράφου, που συνέδεε τη Λίλλη με το Παρίσι, το 1793, οι διανοούμενοι της Επανάστασης εκτιμούσαν ότι αρκούσε να πολλαπλασιάσουν τις γραμμές και να απελευθερώσουν την κωδικοποιημένη γλώσσα τους για να επιτρέψουν σε «όλους τους πολίτες της Γαλλίας να μεταδίδουν τις πληροφορίες τους και τις επιθυμίες τους». Θα αναδημιουργούσαν έτσι, σε εθνική κλίμακα, τις συνθήκες της αρχαίας ελληνικής αγοράς. Όμως έπρεπε να περιμένουμε δεκαπέντε χρόνια μετά την εφεύρεση του ηλεκτρικού τηλεγράφου (το 1837), για ν' αρχίσει να επιτρέπεται δειλά – δειλά η χρήση αυτού του μέσου από το κοινό.

Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, η ουτοπιστική σκέψη αντισταθμίζει αυτόν τον εξοστρακισμό της έκφρασης των πολιτών.

Ο Σαρλ Φουριέ χρησιμοποιεί τη γλώσσα των σημάτων ως βάση της «οικουμενικής μονάδας» και εφευρίσκει την «αντικατοπτριστική μετάδοση».
«Να τυλίξουμε το σύμπαν», «Όλα μέσω του ατμού και του ηλεκτρισμού» ήταν τα συνθήματα των οπαδών του Σαιν – Σιμόν, που πρότεινε την ουτοπία μιας «οικουμενικής ένωσης υπό το πρίσμα της βιομηχανίας». Στα πλαίσια της προσπάθειας για έξοδο από την κρίση, τα «πνευματικά δίκτυα» ή τα «υλικά (επικοινωνιακά) δίκτυα» αναλαμβάνουν ρόλο οργανωτικό σ' αυτό το μεγάλο σώμα που είναι το κοινωνικό σύνολο.

Η επικοινωνία, υποκατάστατο της θρησκείας (η λατινική λέξη religio προέρχεται από το ρήμα religare, συνδέω), έχει αποστολή όπως και η θρησκεία, να «συνδέει» τα σκόρπια μέλη μιας θαμμένης κοινωνίας και να βγάζει από το λήθαργο αποκοιμισμένους πολιτισμούς.

Ο Μισέλ Σεβαλιέ (καρδινάλιος της Σαινσιμονικής Εκκλησίας) μάλιστα επισήμαινε πως η επικοινωνία μειώνει τις αποστάσεις, όχι μόνο από το ένα σημείο στο άλλο, αλλά ακόμα από τη μια κοινωνική τάξη στην άλλη. Το να βελτιώσουμε τις επικοινωνίες, σημαίνει λοιπόν απαραίτητα «παραγωγή ισότητας και δημοκρατίας».
Η λυτρωτική ιδεολογία των δικτύων, χάρη στα οποία επιτυγχάνεται ο οικουμενικός δεσμός, νομιμοποιεί το διαχειριστικό θετικισμό. Οι νέοι εργολάβοι του βιομηχανισμού βάζουν τις βάσεις ενός διεθνούς χώρου, στον οποίο όλα τα σημεία συνδέονται αναμεταξύ τους, δημιουργώντας εταιρείες σιδηροδρομικές και ναυτιλιακές, ιδρύοντας επιχειρήσεις πιστώσεων και διανοίγοντας διώρυγες.

Οι σαινσιμονιστές βέβαια απομακρύνονται από αυτό το τεχνικιστικό όραμα του δικτύου, και στηρίζουν όλες τους τις ελπίδες για «περιτύλιξη του σύμπαντος» στους παράγοντες της αλληλεγγύης των εθνών και των ατόμων που αποτελούν τα κοινωνικά δίκτυα. Αυτή η ένταση ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις πάνω στο διαρθρωτικό ρόλο του δικτύου, θα είναι ένα σημείο που επαναλαμβάνεται συνεχώς στην ιστορία της επικοινωνιακής σκέψης.

Ένα μέσο επικοινωνίας που συμβάλλει στη δημιουργία του επικοινωνιακού οράματος του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα είναι οι μεγάλες παγκόσμιες εκθέσεις.

Η έκθεση στο Παρίσι το 1899, βλέπει το θρίαμβο του κινηματογράφου και έτσι εισάγεται στην εποχή της εικόνας η μυθολογία της παγκόσμιας επικοινωνίας. Η εικόνα θα γίνει ένα ακόμα από τα σύμβολα του τέλους των ανισοτήτων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, των ομάδων και των εθνών. «Οι κινούμενες εικόνες», έγραψε ο Αμερικανός μυθιστοριογράφος Τζακ Λόντον, «γκρεμίζουν τα φράγματα της φτώχειας και του περιβάλλοντος που έφραζαν τους δρόμους που οδηγούσαν στη μόρφωση, και μεταδίδουν τη γνώση μέσα από μια γλώσσα που όλοι μπορούν να καταλάβουν». Πριν ακόμα από τις βιομηχανικές και οικιακές εφαρμογές της, η ηλεκτρική ενέργεια τροφοδότησε τις ουτοπίες της επικοινωνίας. Τα νέα συνθήματα είναι αποσυγκέντρωση και αποκέντρωση. Η καινούργια ενέργεια φέρνει την εποχή της συμφιλίωσης ανάμεσα στην πόλη και την εξοχή, την εργασία και τον ελεύθερο χρόνο, το πνεύμα και τα χέρια.

Ο Αμερικανός ιστορικός της τεχνικής και των πόλεων Μάμφορντ εκτιμά ότι αρκεί να απελευθερωθούν οι εσωτερικές δυνάμεις μιας καταπιεσμένης τεχνικής από έναν τρόπο ανάπτυξης, ώστε να γεννηθεί μια άλλη κοινωνία. Από το 1934, διαβλέπει στα δίκτυα ραδιοφωνικής αναμετάδοσης το μέσο να ξαναπροσεγγίσουμε την αγορά των πιο μικρών πόλεων της αρχαίας Ελλάδας.

Ο Μάρσαλ Μακλιούαν στο τέλος της δεκαετίας του '60 διακηρύσσει τον ερχομό εδώ και τώρα του «πλανητικού χωριού» με σύνδεσμο τον καθοδικό σωλήνα της τηλεόρασης.

Οι πρόοδοι της πληροφορικής ακολουθίας σηματοδοτούν μια αποφασιστική αλλαγή στις ουτοπικές μας αναπαραστάσεις. Ήδη από το 1948, ο Αμερικανός επιστήμονας Νόρμπετ Βίνερ προβλέπει τη γέννηση μιας «κοινωνίας της πληροφορίας». Επιμένει στην ιδέα της κυκλοφορίας της πληροφορίας ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την άσκηση της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα προειδοποιεί για τους κινδύνους που απειλούν την πραγματοποίηση αυτού του ιδανικού της διαφάνειας στην κοινωνία.

Η δεκαετία του '70 βλέπει ουτοπικές αναπαραστάσεις της επικοινωνίας και της πληροφορίας να καταλαμβάνουν κεντρική θέση στη ρητορική της κρατικής εξουσίας σχετικά με τις στρατηγικές εξόδου από την πολιτική και οικονομική κρίση.
Με τις «υπερλεωφόρους της πληροφόρησης» του τέλους του αιώνα, η γη έχει ξεκινήσει για ένα καινούργιο γύρο στο γαϊτανάκι των ουτοπιών.
Η κυκλική αναπαραγωγή της ρητορείας γύρω από τις θαυματουργικές αρετές της επικοινωνίας κρύβει μιαν άλλη πραγματικότητα, αυτή της Realpolitik των αγώνων για τον έλεγχο των μηχανισμών επικοινωνίας, για την ηγεμονία στις νόρμες και τα συστήματα.

Σε ένα κόσμο ορφανό από μεγάλες ουτοπικές πολιτικές ιδεολογίες, η τεχνικιστική ουτοπία χρησιμεύει ως μέσο συναλλαγών στους ιδεολόγους της «πλανητικής» αγοράς του πραγματικού χρόνου. Ο μύθος της ισότητας που θα φέρει η επικοινωνία παραμένει περισσότερο από ποτέ σε αναντιστοιχία με τη λογική των τεχνολογικών διακρίσεων, οι οποίες βαραίνουν μια παγκόσμια τάξη, που δυσκολεύεται να βρει τον εαυτό της. Εντούτοις, παρά τις απογοητεύσεις της ιστορίας, οι διάφορες θρησκείες της επικοινωνίας συνεχίζουν να στρατολογούν σταυροφόρους.